Σελίδες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα τραγούδια / piosenki. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα τραγούδια / piosenki. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Αχάριστη κι αλήτισσα / Niewdzięczna i ulicznica

Αχάριστη κι αλήτισσα
για πες μου τι σου ζήτησα
μια αγάπη μια παρηγοριά
μα φαίνεται ήτανε πολλά
για σένα αυτά αλήτισσα

Για σένα καρδιοχτύπησα
για σένα θυσιάστηκα
κι από τα πλάνα μάτια σου
γελάστηκα αλήτισσα

Έσπασα λύγισα
με πλάνεψες παλάβωσα
κι όλα εγώ στα 'δωσα
αχάριστη κι αλήτισσα

Δεν κράτησε η κολόνια μας
Αγάπη μου για χρόνια
το άρωμά της χάθηκε
γρήγορ' απ' τα σεντόνια
κουράστηκ' απ' τη σχέση μας
Και στα όριά μου φτάνω
συγγνώμη μα έτσι αισθάνομαι
τι θέλεις να σου κάνω

Για σένα είχα αισθήματα
που τώρα πια δεν έχω
κάποια στιγμή σ' αγάπησα
μα τώρα δεν σ' αντέχω
το ξέρω μου έδωσες πολλά
μα τώρα θέλω κι άλλα
εγώ σου λέω γεννήθηκα
για πράγματα μεγάλα

λέω – mówić, nazywać
ζητώ - szukać, prosić, żądać, wymagać
φαίνεται – (nieos.) wydaje się
είμαι – być, jestem
καρδιοχτυπώ – (o sercu) bić, pulsować
θυσιάζω – ofiarować, składać w ofierze
γελώ - (u)śmiać się, oszukiwać, nabierać (pot.)
σπάζω – łamać, tłuc, rozbijać
λυγίζω – łamać (się), uginać (się)
πλανεύω – uwieść, oszukać, zwieść, zmylić, oczarować, zbałamucić, kusić
παλαβώνω – oszaleć, zwariować
δίνω - dawać
κρατώ – trzymać, zatrzymywać, aresztować
χάνω – gubić, tracić
κουράζομαι – męczyć się, przemęczać się
αισθάνομαι – odczuwać, czuć
θέλω – chcieć, wymagać
κάνω – robić, czynić, powodować
έχω – mieć, posiadać,
αγαπώ - kochać, miłować
αντέχω – wytrzymywać, znosić
ξέρω – wiedzieć, umieć, znać
γεννιέμαι – rodzić się

αχάριστος, -η, -ο - niewdzięczny
αλήτης, ο (η αλήτισσα) – ulicznik, włóczęga, próżniak, chuligan, hultaj
πλάνη, η – pomyłka, złudzenie, iluzja
σχέση, η – stosunek, związek, relacja
όριο, το – granica, kres, limit
αίσθημα, το – uczucie, poczucie

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

θα περιμένω / zaczekam



Δεν έχει νόημα ζωή χωρίς εσένα
μοιάζει με πρόλογο χωρίς κυρίως θέμα
και ο κόσμος μάταιος φαντάζει στο μυαλό μου
τα πάντα είσαι εσύ
γι' αυτό κι εγώ μωρό μου

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
αγάπη μου όσο και να χρειαστεί
εδώ θα μένω θα σε περιμένω
ακόμα κι αν μου πάρει μια ζωή

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
χρόνια θα κάνω αν θες υπομονή
Εδώ θα μένω και θα περιμένω
μέχρι την μέρα που θα 'ρθεις εσύ

Σαν διψασμένη γη θα περιμένω
να φέρεις στην ζωή μου τη βροχή
να πιω απ' το στόμα σου το λατρεμένο
ένα γλυκό φιλί

Τα βράδια πάντα μόνη θα πεθαίνω
ώσπου να μ' αναστήσεις το πρωί
γιατί είσαι αυτός που περιμένω
η ίδια μου η ζωή

Λείπεις και τίποτα καλά δε μου πηγαίνει
σαν ένα πάρτι που δεν ήρθαν καλεσμένοι
μονάχα εσύ μπορείς την άνοιξη να φέρεις
γι' αυτό μωρό μου εγώ σ' το λέω να το ξέρεις

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
αγάπη μου όσο και να χρειαστεί
εδώ θα μένω θα σε περιμένω
ακόμα κι αν μου πάρει μια ζωή

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
χρόνια θα κάνω αν θες υπομονή
Εδώ θα μένω και θα περιμένω
μέχρι την μέρα που θα 'ρθεις εσύ

Σαν διψασμένη γη θα περιμένω
να φέρεις στην ζωή μου τη βροχή
να πιω απ' το στόμα σου το λατρεμένο
ένα γλυκό φιλί

Τα βράδια πάντα μόνη θα πεθαίνω
ώσπου να μ' αναστήσεις το πρωί
γιατί είσαι αυτός που περιμένω
η ίδια μου η ζωή

περιμένω – czekać, oczekiwać
έχω – mieć, posiadać
μοιάζω – być podobnym, wyglądać jak
φαντάζω - wydawać się, wyobrażać, wyglądać, przedstawiać, pokazywać
χρειάζεται – (nieos.) istnieje potrzeba, jest potrzebne
μένω – (po) zostawać, przebywać, mieszkać
παίρνω – brać, otrzymywać, zabierać
φέρνω – nieść, przynosić, przywozić, sprowadzać
πίνω - pić
πεθαίνω – umierać, powodować śmierć
ανασταίνω - wskrzeszać
λείπω – brakować, być nieobecnym
πηγαίνω – udawać się, iść, chodzić, pasować, nadawać się, prowadzić kogoś
έρχομαι – przybywać, przychodzić
μπορώ – móc, być w stanie
λέω – mówić, nazywać
ξέρω – wiedzieć, umieć, znać
κάνω – robić, czynić, powodować
θέλω – chcieć, wymagać

νόημα, το – sens, znaczenie, znak
πρόλογος, ο – przedmowa, prolog
κυρίως – głównie, przede wszystkim
μάταιος, -η, -ο - (na)daremny
λατρεμένος, -η -ο - ubóstwiany, ukochany
ώσπου – dopóki nie, aż

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Σε πήρα σοβαρά / Wziąłem cię na poważnie


Τι κι αν σε πήρα σοβαρά
Δεξιά κοιτάς κι αριστερά
Ματιές να ρίχνεις και σε μάς
Παραμυθάκι χαλιμάς
Τέτοιο κορμί που το πάς
Που το σκορπάς, που το σκορπάς

Για στάσου μή παρακαλάς
σε ντίβες τέτοιες μην κολλάς
Είναι ωραία τι μ'αυτό
Την αγαπώ, την αγαπώ
Πολλοί της λένε σ'αγαπώ
Μή της το πείς ποτέ αυτό

Για δές κορμί (τέλειο)
Χειλιών γραμμή (άψογη)
Μάτια μαγικά (μάτια μπλέ)
Διαπεραστικά (ναι, ναι, ναι)

Την αγαπώ (Πω πω πω!)
Θα της το πώ (Ά πα πά!)
Θα της το πώ (Ώχ! Αμάν!)
Και ας πληγωθώ

Είσαι ένα ποίημα
-Μήπως είσαι κύμα-
Θέε μου πώς μ'αρέσεις
-Μήπως με πονέσεις-
Πές μου τ'όνομά σου
-Τα παράνομά σου-
Κόμπο να μη δέσεις
Τόσες αντιθέσεις

παίρνω - otrzymywać, brać, zabierać
κοιτάζω - patrzeć, uważać, baczyć
ρίχνω - rzucać
πηγαίνω, πάω - udawać się, iść, chodzić, pasować, nadawać się, prowadzić
σκορπώ, σκορπίζω - rozrzucać, rozsypywać, rozproszyć (się), rozpędzić
στέκομαι - zatrzymywać się
κολλώ - kleić, przyklejać (się), przyczepiać (się)
είμαι - być, jestem
αγαπώ - kochać, miłować
λέω - mówić, nazywać
βλέπω - widzieć, patrzeć
πληγώνω - (z)ranić, (s)kaleczyć, zadać ból
αρέσω - podobać się, smakować
πονώ - odczuwać ból, cierpieć, współczuć
δένω - wiązać, przywiązywać

παραμυθάκι Χαλιμάς - Bajki Szeherezady
άψογος, -η, -ο - nienaganny, bez zarzutu
διαπεραστικός, -ή, -ό - przenikliwy
παράνομος, -η, -ο - nielegalny, nieprawny
κόμπος, ο - węzeł
αντιθέση, η - przeciwieństwo, antyteza

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Στης εκκλησιάς την πόρτα / W drzwiach kościoła


Γιατί σ' αγάπησα χωρίς(2)
να σε γνωρίσω πρώτα(3)
και τώρα μ' άλλονε περνάς(2)
της εκκλησιάς την πόρτα...(3)

Μα αν θες να μάθεις πώς πονούν,(2)
έλα εμένα ρώτα,(3)
γιατί σε έχασα προτού(2)
να σ' αποκτήσω πρώτα(3)

Γιατί σ' αγάπησα χωρίς
να σε γνωρίσω πρώτα(2)
και τώρα μ' άλλονε περνάς(2)
της εκκλησιάς την πόρτα...(3)

αγαπώ - kochać, miłować
γνωρίζω - poznawać, znać
περνώ - przechodzić, przemijać, spędzać czas
θέλω - chcieć, wymagać
πονώ - odczuwać ból, cierpieć, współczuć
έρχομαι - przychodzić, przybywać
ρωτώ - pytać
χάνω - gubić, trafić
αποκτώ - osiągać, zdobywać, dorabiać się

πρώτα - najpierw
προτού - zanim (by)

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Ήταν ψέμα / To było kłamstwo



Αν θες να φύγεις φύγε δεν σε σταματώ
δεν θα μου λείψεις κι ούτε που θα λυπηθώ
και μη μου πεις πως τώρα έχεις εκπλαγεί
κι ότι περίμενες να κλαίω γονατιστή
Θεέ μου τι λέω μα τί σου λέω
πως μακριά σου εγώ μπορώ
στάσου μη φεύγεις μη φεύγεις λέω
να σου εξηγήσω ένα λεπτό
Ήταν ψέμα ήταν ψέμα πως μπορώ χωρίς εσένα
ήταν λόγια ήταν λέξεις έτσι απλά για να ζηλέψεις
Ήταν ψέμα τι να λέμε σ΄αγαπάω πίστεψέ με
η αλήθεια αγάπη μου είναι πως για μένα
περιστρέφεται όλη η γη γύρω από σένα
Αν δεν σε νοιάζω δεν με νοιάζεις ούτε εσύ
ήσουν μια στάση κι εγώ απλά περαστική
Φύγε λοιπόν δεν θα μου κάνει διαφορά
ζούσα και πριν από εσένα μια χαρά
Θεέ μου τι λέω μα τί σου λέω
πως μακριά σου εγώ μπορώ
στάσου μη φεύγεις μη φεύγεις λέω
να σου εξηγήσω ένα λεπτό
Ήταν ψέμα ήταν ψέμα πως μπορώ χωρίς εσένα
ήταν λόγια ήταν λέξεις έτσι απλά για να ζηλέψεις
Ήταν ψέμα τι να λέμε σ΄αγαπάω πίστεψέ με
η αλήθεια αγάπη μου είναι πως για μένα
περιστρέφεται όλη η γη γύρω από σένα
Ήταν ψέμα ψέμα ψέμα
Ήταν ψέμα ψέμα ψέμα
Ήταν ψέμα ήταν ψέμα πως μπορώ χωρίς εσένα
ήταν λόγια ήταν λέξεις έτσι απλά για να ζηλέψεις
Ήταν ψέμα τι να λέμε σ΄αγαπάω πίστεψέ με
η αλήθεια αγάπη μου είναι πως για μένα
περιστρέφεται όλη η γη γύρω από σένα
περιστρέφονται όλα γύρω από εσένα
έτσι αισθάνομαι αγάπη μου για σένα
περιστρέφονται όλα γύρω από εσένα
έτσι αισθάνομαι αγάπη μου για σένα

είμαι - być, jestem
θέλω - chcieć, wymagać
φεύγω - uciekać, odchodzić, odjeżdżać
σταματώ - zatrzymywać (się), (za)przestać, przerwać
λείπω - brakować, być nieobecnym
λύπαμαι - smucić się, żałować
λέω - mówić, nazywać
εκπλήσσω - być zaskoczonym, zdziwionym
περιμένω - czekać, oczekiwać
κλαίω - płakać, opłakiwać
μπορώ - móc, być w stanie
στέκομαι - zatrzymywać się, okazać się
εξηγώ - wyjaśniać, tłumaczyć
ζηλεύω - zazdrościć, pożądać
αγαπώ - kochać, miłować
πιστεύω - wierzyć, ufać
περιστρέφω - obracać się, kręcić dokoła
νοίαζει - (nieos.) obchodzi, interesuje
ζω - żyć, przeżyć
αισθάνομαι - odczuwać, czuć

γονατιστός, -ή, -ό - klęczący, padający na kolana
στάση, η - przystanek, postój, postawa, stanowisko, bunt, rebelia
περαστικός, -η, -ό - przejściowy, przechodni, tranzytowy

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2011

Ανόητες αγάπες / Głupie miłości



Τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει
άντε ξανά τα ίδια τα ίδια απ' την αρχή
τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει
εγώ ξανά στο τίποτα στο γενικά εσύ, στο γενικά

Νύχτες δίχως όνομα νύχτες χωρίς σκοπό
χαμένοι από χέρι χαμένοι και οι δυο
ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά
λόγια λόγια λόγια λόγια ψεύτικα

Τώρα τι να σου πω τι να μου πεις κι εμένα
έτσι όπως παίξαμε κι οι δυο με ζάρια πειραγμένα
τα φέραμε από δω τα φέραμε από κει
εγώ ξανά στο τίποτα στο γενικά εσύ στο γενικά

Νύχτες δίχως όνομα νύχτες χωρίς σκοπό
χαμένοι από χέρι χαμένοι και οι δυο
ανόητες αγάπες ανόητα φιλιά
λόγια λόγια λόγια λόγια ψεύτικα


φέρνω - nieść, przynosić, przywozić, sprowadzać
λέω - mówić, nazywać
παίζω - bawić się, grać

ανόητος, -η, -ο - niezrozumiały, głupi
γενικά - ogólnie, ogółem, w ogóle
ζάρι, το - kostka do gry
πειραγμένος, -η, -ο - obrażony, uszkodzony

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Πόσο σε θέλω / Jak Cię pragnę



Στην άκρη του απείρου, στιγμούλα του ονείρου
σταγόνα που στάζει, πόσο σου μοιάζει
φωτιά και αέρας, στον κόσμο φοβέρα
στη νύχτα που ουρλιάζει, πώς σε τρομάζει...

Σου μοιάζει η σελήνη
πού να 'βρω γαλήνη
στον Άδη ανατέλλω
πόσο σε θέλω...
Πόσο σε θέλω..

Κόντρα στους νόμους ερήμου προφήτης...
Σημάδια στην άμμο, που απόψε θα σβήσεις...
Ασπρόμαυρο μέλλον, σκυφτός μετανάστης
στάθμος στο ραδιόφωνο, που πρέπει ν' αλλάξεις

θέλω - chcieć, wymagać
στάζω - kapać, sączyć się
μοιάζω - być podobnym, wyglądać jak
ουρλιάζω - ryczeć, wyć, krzyczeć
τρομάζω - (prze)straszyć (się), nastraszyć
βρίσκω - znajdować, zastawać
ανατέλλω - wzejść, zstąpić
σβήνω - gasić, gasnąć, zmazywać, zetrzeć
πρέπει - (nieos.) trzeba, należy
αλλάζω - zmieniać, wymieniać

άκρη, η - koniec, bok, strona, kawałek
άπειρο, το - nieskończoność
γαλήνη, η - cisza morska
'Αδης, ο - Hades
κόντρα - przeciwko, przeciwnie
νόμος, ο - prawo, ustawa, reguła
έρημος, -η, -ο - bezludny, bezpański
προφήτης, ο - prorok
άμμος, η - piasek
μέλλον, το - przyszłość
σκυφτός, ή, -ό - pochylony, schylony, zgięty
μεταναστής, ο - emigrant

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Χαιρετίσματα / Pozdrowienia



Χαιρετίσματα πες του και να 'ναι καλά
η καρδιά η δική μου συγχωρεί μια φορά
Δε γυρνάω στα ίδια, όχι πια προς Θεού
έχω φύγει σου λέω, τώρα είμαι αλλού
Κι αν μετανιώσει μετά
κι αν πει ξανά πως με θέλει ακόμα
Μην παίρνεις στα σοβαρά
αυτά που λέει τ' ακούω τόσα χρόνια
Δεν έχει βάλει μυαλό
κι αν θέλει πίσω να 'ρθώ

Δεν υπάρχει πια περίπτωση
ούτε μια στις εκατό
έστω ακόμα κι από σύμπτωση
να γυρίσω πίσω εγώ
Άσ' τον να δει, τι πάει να πει
να σε τρώει η αγωνία
αν κλαίει και μελαγχολεί
όχι δε μ' απασχολεί
Κι αν τον ακούσεις να πει
πως δεν υπάρχουν ευθύνες και λάθη
μην τον πιστεύεις γιατί
να λέει αλήθεια ποτέ δε θα μάθει
Δεν έχει βάλει μυαλό
κι αν θέλει πίσω να 'ρθώ

λέω, λέγω - mówić, nazywać
είμαι - być, jestem
συγχωρώ - przebaczać, wybaczać
γυρνώ, γυρίζω - obracać, przewracać; obracać się, wracać, nakręcać
φεύγω - uciekać, odchodzić, odjeżdżać
μετανιώνω - żałować, zmienić zdanie
θέλω - chcieć, wymagać
παίρνω - brać, otrzymywać, zabierać
ακούω - słuchać, słyszeć
βάζω - kłaść, umieszczać, wkładać, wdziewać
έρχομαι - przychodzić, przybywać
υπάρχω - istnieć, egzystować, być
αφήνω - (po)zostawiać, (o)puszczać, pozwalać
βλέπω - widzieć, patrzeć
πηγαίνω - udawać się, iść, chodzić, pasować, nadawać się, prowadzić (kogoś)
τρωώ, τρώγω - jeść
κλαίω - płakać, opłakiwać
μελαγχολώ - być w melancholijnym nastroju
απασχολώ - zatrudniać, zajmować (kogoś), zabierać czas
πιστεύω - wierzyć, ufać
μαθαίνω - uczyć (się), dowiadywać (się)

περίπτωση, η - przypadek, okoliczność, ewentualność
σύμπτωση, η - przypadek, zbieg okoliczności, zbieżność, zgodność (poglądów, faktów itp)
ευθύνη, η - odpowiedzialność

βάζω μυαλό - mądrzeję
έρχομαι πίσω - wracać (z powrotem)
προς θεού! - na Boga!
Τι πάει να πει - co znaczy

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Έλα ψυχούλα μου / Chodź, moja duszyczko



Είσαι τόσο παιδί κατά βάθος,
είσαι τόσο καλό κατά λάθος
είσαι τόσο αφελής
που άμα θέλεις μπορείς
όσα χάνουν οι ξύπνιοι να βρεις.

Είσαι τόσο αστείο μορτάκι
σου φιλάω και το δαχτυλάκι
που ΄χει πάθει ζημιά
τι τον θες τον καυγά,
τι τον θες αφού πιάνεις λαβράκι

Έλα ψυχούλα μου, έλα καρδούλα μου
Ξέρω δεν είσαι ο,τι δείχνεις
άλλοι σε παίξανε άλλοι σε μπλέξανε
κλάψε γιατί όταν κλαις μικροδείχνεις.

Δάγκωσ' τα χείλη σου
είμαι μαντήλι σου
σβήνω τον πάγο απ΄το βλέμμα.
Έλα στραβάδι μου
πιάσου απ΄το χάδι μου
κράτα εδώ μην σε πάρει το ρέμα

Μην ποζάρεις σαν μούτρο σε μένα
δε σε παίζω με φύλλα κρυμμένα.
Βρίσκω αυτή τη ρωγμή
που η ζωή ηρεμεί
το χαμένο λατρεύει κορμί.

Δεν υπάρχουν νερά του Ιορδάνη
κι όταν πιάνεις μωρό μου λιμάνι
μην την ψάχνεις πολύ
όλοι οι αμαρτωλοί,
όλοι είναι απ΄ το ίδιο χαρμάνι.

είμαι - być, jestem
θέλω - chcieć, wymagać
μπορώ - móc, być w stanie
χάνω - gubić, tracić
βρίσκω - znajdować, zastawać
φιλάω - całować
παθαίνω - cierpieć, doznawać (czegoś nieprzyjemnego), ponieść
πιάνω - chwytać, zajmować, trzymać
έρχομαι - przychodzić, przybywać
ξέρω - wiedzieć, umieć, znać
δείχνω - pokazywać, wskazywać, wyglądać
παίζω - bawić się, grać
μπλέκω - wplątać się, zaplątać się, zagmatwać, powikłać
κλαίω - płakać, opłakiwać
μικροδείχνω - wyglądać młodo, młodziej
δαγκώνω - kąsać, gryźć
σβήνω - gasić, gasnąć, zmazywać, skreślać
παίρνω - brać, otrzymywać, zabierać
ποζάρω - pozować, przybierać pozy
ηρεμώ - uspokajać (się)
λατρεύω - uwielbiać
υπάρχω - istnieć, egzystować
ψάχνω - szukać, poszukiwać

βάθος, το - głębokość, głębia
αφελής, -ής, ές - naiwny
ξύπνιος, -α, -ε - mądry/sprytny/bystry, obudzony/przytomny
αστείος, -α, -ο - zabawny, śmieszny
μορτάκι - zdrobnienie od μόρτης, ο - zbój, chuligan, łobuz, ulicznik, zawadiaka
δαχτυλάκι, το - paluszek
ζημιά, η - szkoda, strata
καβγάς, ο - spór, waśń, sprzeczka, zwada
λαβράκι, το - okoń (ryba), wyjątkowe osiągnięcie
μαντήλι, το - chustka, chusteczka
στραβάδι, το - ślepy, niewidomy człowiek, niewykształcony, niedoświadczony, żółtodziób
χάδι, το - pieszczota, schlebianie, pochlebstwo
ρέμα, το - strumień rze(cz)ka
μούτρο, το - twarz, gęba, łotr, kanalia, szelma, łajdak
ρωγμή, η - szczelina, pęknięcie
χαμένος, -η, -ο - stracony, zmarnowany, z(a)gubiony
χαρμάνι, το - bud. zaprawa, mieszanina, mieszanka

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Ένα σύννεφο / Chmura



Πάνω σ' ένα γράμμα τ' όνομά σου,
Κάτι ξανά θυμήθηκες και κλαις.
Μαζεύεις βιαστικά τα πράγματά σου,
όλα για μας τελειώσανε μου λες.

Και δεν μπορείς να το δεχτείς πως στη ζωή μας
νύχτωσε τόσο νωρίς.
Και δεν μπορείς να λες μετά
πως τώρα εμείς οι δυο θα ζούμε χωριστά.

Ήρθε πάλι ο χειμώνας στη καρδιά σου
ένα σύννεφο που έφερε βροχή.
Μα όταν βλέπεις καλοκαίρια στα όνειρά σου,
θα 'ναι οι μέρες που περάσαμε μαζί εγώ κι εσύ.

Λες ένα γεια και στέκεσαι στη πόρτα,
σαν ψέματα σου φαίνονται όλα αυτά.
Πως θα 'θελες να είμαστε όπως πρώτα
μα τώρα είναι πια πολύ αργά.

Και δεν μπορείς να το δεχτείς πως στη ζωή μας
νύχτωσε τόσο νωρίς.
Και δεν μπορείς να λες μετά
πως τώρα εμείς οι δυο θα ζούμε χωριστά.

θυμάμαι - pamiętać
κλαίω - płakać, opłakiwać
μαζεύω - zbierać, gromadzić, przyciągać
τελειώνω - kończyć (się)
λέγω, λέω - mówić, nazywać
μπορώ - móc, być w stanie
δέχομαι - przyjmować, podejmować, zgadzać się
νυχτώνω - zapada noc
ζω - żyć, przeżyć
έρχομαι - przybywać, przychodzić
φέρ(ν)ω - nieść, przynosić, przywozić, sprowadzać
βλέπω - widzieć, patrzeć
είναι - jest, są
περνώ, περνάω - przechodzić, przemijać, spędzać, czas
στέκομαι - sta(wa)ć, zatrzymywać, się, okazać się
φαίνετε - (nieos.) wydaje się, widać
θέλω - chcieć, wymagać

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Δυνατά / Mocno


Σαν γυναίκα γεννά στο χώμα η νύχτα το πρωί
κι όλα αντέχουν ξανά και γίνονται ζωή
Ποια παλιά κιβωτός μέσα απ’ του χρόνου τις στοές
βγάζει ακόμα στο φως ζευγάρια αναπνοές

Δυνατά, δυνατά, γίναν όλα δυνατά τ’ αδύνατα
Δυνατά, δυνατά, σ’ ένα θέαμα κοινό
Δυνατά, δυνατά κι όπως πάνε του χορού τα βήματα
με τα χέρια ανοιχτά όλα τα περιφρονώ

Μα σαν γυναίκα γεννά...

Δυνατά, δυνατά, γίναν όλα δυνατά τ’ αδύνατα
κι αναμμένο πετά σπίρτο η γη στον ουρανό
Δυνατά, δυνατά κι όπως πάνε του χορού τα βήματα
με τα χέρια ανοιχτά όλα τα περιφρονώ

Κι όλο κάτι λέω κάποια αγάπη κλαίω
κι όλο μέσα μου θρηνώ χαλάσματα
Με τα χρόνια μου στα σεντόνια μου
σαν φαντάσματα

Μα σαν γυναίκα γεννά...

Δεν υπάρχουν πολλά που να τ’ ελπίζουμε μαζί
Κοίτα, κοίτα ψηλά κι άλλος αιώνας ζει
Ποια παλιά κιβωτός...
Σαν γυναίκα γεννά...

γεννώ - rodzić
αντέχω - wytrzymywać, znosić
γίνομαι - stawać się, dziać się
βγάζω - wyjmować, wyciągać, zdejmować, ściągać
πάω, πηγαίνω - udawać się, iść, chodzić, pasować, nadawać się, prowadzić kogoś
πειφρονώ - gardzić, lekceważyć
πετώ - (wy)rzucać, latać, lecieć
λέγω, λέω - mówić, nazywać
κλαίω - płakać, opłakiwać
θρηνώ - opłakiwać, szlochać, wyrażać ból, lamentować
υπάρχω - być, istnieć, egzystować
ελπίζω - mieć nadzieję, spodziewać się
ζω - żyć, przeżyć

χώμα, το - ziemia, gleba, piach, grunt, humus
κυβωτός, η - arka
στοά, η - arkada, kolumnada, galeria, partyk, kryte przejście, pasaż, przekop (kopalniany)
αναπνοή, η - oddech, oddychanie
θέαμα, το - widowisko, spektakl
κοινό, το - ogół, publiczność
χορός, ο - taniec
βήμα, το - krok, trybuna, podium
αναμμένος, -η, -ο - zapalony, podpalony
σπίρτο, το - zapałka; spirytus
χάλασμα, το - zniszczenie, ruina
φάντασμα, το - zjawa, duch
αιώνας, ο - wiek, stulecie

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Όλα αυτά που φοβάμαι / Wszystko, czego się boję



Τα γιατί που μείναν πίσω
Ρίζες βγάλαν μέσα στα όνειρά μου
Όποιο μέλλον και να ζήσω
Πάντα βρίσκω παρελθόν μπροστά μου

Κι όλα αυτά που φοβάμαι
Είναι ακόμα εδώ
Σαν κερί που λιώνει
Η αγάπη καίει και λυτρώνει
Ιερό και Μέκκα
Το χθες που κρύβει μια γυναίκα
Να σε δω να γελάς
Μου φτάνει απόψε για να ξαναρχίσω
Να πετάξω ψηλά
Ν’ ανοίξω μόνη φτερά

Η ταχύτητα του χρόνου
Στάχτη αφήνει πάνω στο κορμί μου
Ό,τι απέμεινε δικό μου
Το ‘χει πια ξεχάσει η αφή μου
Κι όλα αυτά που φοβάμαι...
Όποιο μέλλον και ν’ αγγίξω
Πάντα βρίσκω παρελθόν μπροστά μου
Κι όλα αυτά που φοβάμαι...

φοβάμαι - bać się
μένω - (po)zostawać, przebywać, mieszkać
βγάζω - wyjmować, wyciągać, zdejmować, ściągać
ζω - żyć, przeżyć
βρίσκω - znajdować, zastawać
είμαι - być, jestem
λιώνω - rozpuszczać (się), topić (się), gnieść, miażdżyć, ucierać
καίω - palić, spalać, być gorącym, piec, parzyć
λύτρωνω - uwalniać, wyzwalać
κρύβω - ukrywać, chować
βλέπω - widzieć, patrzeć
γελώ - (u)śmiać się; oszukiwać, nabierać (pot.)
φταίνω - (do)sięgać, dochodzić, zdążać (na czas), (wy)starczać
αρχίζω - zaczynać (się), rozpoczynać (się)
πέτω - (wy)rzucać, latać, lecieć
ανοίγω - otwierać, rozpoczynać
αφήνω - (po)zostawiać, (o)puszczać, pozwalać
απομένω - pozostawać, trwać
ξεχνώ - zapominać
αγγίζω - dotykać, ruszać

ρίζα, η - korzeń, pień, rdzeń, pierwiastek (mat.)
μέλλον, το - przyszłość
παρελθόν, το - przeszłość
ιερό, το - sanktuarium, najświętsze miejsce
χθες - wczoraj
ταχύτητα, η - szybkość
στάχτη, η - popiół
αφή, η - dotyk, czucie

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Διώξε την πίκρα / Przegoń tę gorycz




Μάτια θλιμμένα 
Του έρωτα λιμάνια μυστικά 
Χείλη γλυκά και πικραμένα 
Σκοτείνιασες απόψε ξαφνικά
Πες μου ποιος πόνος
Καρδιά μου σου ματώνει την καρδιά
Μάτια υγρά 
Και πάλι μόνος
Γυρεύεις στο ποτό παρηγοριά

Διώξε την πίκρα από το βλέμμα σου αγόρι μου 
Δως μου δυο χείλη γλυκά 
Δεν το αντέχω να βλέπω τα μάτια σου μελαγχολικά
Διώξε τα σύννεφα απόψε αγόρι μου 
Δως μου δυο χείλη να πιω
Θέλω να βλέπω τον ήλιο στα μάτια σου
Πόσο σ'αγαπώ

Μάτια θλιμμένα
Αστέρια της αγάπης μου σβηστά 
Μάτια κλειστά
Και δακρυσμένα
Δεν γίνεται να ζούμε χωριστά

διώχνω - wyganiać, przepędzać, ścigać, prześladować 
σκοτεινάζω - zaciemniać (się), ściemnić
λέγω, λέω - mówić, nazywać
ματώνω - krwawić 
γυρεύω - szukać, poszukiwać, prosić, starać się 
δίνω - dawać 
αντέχω - wytrzymywać, znosić 
βλέπω - widzieć, patrzeć 
πίνω - pić 
θέλω - chcieć, wymagać 
αγαπώ - kochać, miłować 
γίνομαι - dziać się, stawać się
ζω - żyć, przeżyć 

πίκρα, η - gorycz
θλιμμένος, -η, -ο - smutny, nieszczęśliwy, zasmucony 
πικραμένος, -η, -ο - zgorzkniały, zasmucony, zmartwiony 
υγρός, -ή, -ό - ciekły, wilgotny, mokry
ποτό, το - napój 
βλέμμα, το - spojrzenie, wzrok
σβηστός, -ή, -ό - zgaszony, wygaszony, zmazany

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Να 'σουν αλλιώς


Τρέχει η ζωή όμως λείπεις εσύ
κι ούτε ξέρω γιατί και πώς 
λείπεις εσύ η πληγή μου κρυφή
κι εγώ λιώνω ζεστός πηλός 
πριν πεις το γεια πριν χορτάσεις φιλιά 
δεν αντέχεται ο χωρισμός... 

Αχ, να 'σουν αλλιώς αλλιώς
απ' ό,τι σε έχει φτιάξει ο Θεός 
ο δρόμος της καρδιάς σου να 'ταν ανοιχτός 
ναι, να 'σουν αλλιώς 
στου έρωτα το τέλος να 'σουν ουρανός 
κι ο πόθος σου για μένα να 'ταν ζωντανός. 

Πέφτει η σιωπή κι ούτε μία ευχή 
κι ούτε ένα άστρο για οδηγός 
κι αν σ' αγαπώ ,κι αν φωνάζω καιρό 
πια δε βλέπω κανένα φως 
πριν πεις το γεια πριν χορτάσεις φιλιά
δεν αντέχεται ο χωρισμός. . . 

τρέχω - biec, biegać, ciec, lać się, płynąć
λείπω - być nieobecnym, brakować 
ξέρω - wiedzieć, umieć, znać 
λιώνω - rozpuszczać (się) topić (się), gnieść, miażdżyć, ucierać 
λέω, λέγω - mówić, nazywać 
χορταίνω - nasycić się, najeść się 
αντέχω - wytrzymywać, znosić 
είμαι - być, jestem 
φτιά(χ)νω - robić, wykonywać, naprawiać 
πέφτω - (u)padać, kłaść się
αγαπώ - kochać, miłować 
φονάζω - wołać, krzyczeć 
βλέπω - widzieć, patrzeć 

πληγή, η - rana, plaga 
κρυφός, -ή, -ό - potajemny, tajny 
πηλός, ο - glina 
φιλί, το - pocałunek 
χωρισμός, ο - rozstanie, rozłąka, separacja 
ανοικτός, ανοιχτός, -ή, -ό - otwarty, jasny (kolor)
πόθος, ο - pragnienie, tęsknota 
άστρο, το - gwiazda, ciało niebieskie

A na koniec zagadka: Kto potrafi dokładnie przetłumaczyć tytuł piosenki? Ja nie - wyłożyłam się beznadziejnie:(

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Θυμάμαι όσα είχες πει / Pamiętam, co mi mówiłeś


Ακόμα ελπίζω σε κάτι
τόσο καιρό που' χεις φύγει
ακόμα έξω στο δρόμο κοιτώ
ψάχνω στον κόσμο μήπως σε δω.
Ακόμα ελπίζω σε κάτι
τόσο καιρό που μου λείπεις
ακόμα ακούω στην πόρτα κλειδιά
ίσως ακόμη δεν είναι αργά.
Θυμάμαι όσα είχες πει
κι ακόμα ελπίζω σε κάτι
να σε ξεχάσω εγώ μπορεί
μα δε μπορεί μια αγάπη
Θυμάμαι όσα είχες πει
τ' ακούω μες τα όνειρά μου
να σε ξεχάσω εγώ μπορεί
μα δε μπορεί η καρδιά μου
Ακόμα ελπίζω σε κάτι
τόσο καιρό σ' έχω χάσει
ούτε ένα μύνημα, ούτε μια ευχή
μα λέω δε μ' έχεις ξεχάσει.

ελπίζω - spodziewać się, mieć nadzieję 
φεύγω - uciekać, odchodzić, odjeżdżać 
κοιτώ, κοιτάω, κοιτάζω - patrzeć, uważać, baczyć
ψάχνω - szukać, poszukiwać 
βλέπω - widzieć, patrzeć 
θυμάμαι - pamiętać 
λέω, λέγω - mówić, nazywać 
ξεχνώ - zapominać 
μπορώ - móc, być w stanie 
χάνω - gubić, tracić 

ίσως - być może

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Πες μου εγώ τι φταίω / powiedz mi, co jestem winna

Πες μου εγώ τι φταίω για χάρη σου να κλαίω
να γίνομαι κομμάτια για να περνάς εσύ καλά
Πες μου πώς το αντέχεις παιχνίδι σου να μ' έχεις 
και όταν σου λέω φύγε εδώ να έρχεσαι ξανά 

Πώς μπορείς να με πληγώνεις
και ύστερα να μετανιώνεις 
πώς μπορείς θέλω να ξέρω
να με κάνεις να υποφέρω 

Πες μου τι σου 'χω κάνει και μια ζωή δεν φτάνει 
ζημιές σου να μετράω και ψέματα να συγχωρώ 
Πες μου αφού σε ξέρω γιατί να σε πιστεύω 
τα λάθη σου δε βλέπω, θεέ μου πόσο σ' αγαπώ


λέγω, λέω - mówić, nazywać
φταίω - być winnym, ponosić winę
κλαίω - płakać, opłakiwać
γίνομαι - stawać, się, dziać się
περνώ, περνάω - przechodzić, przemijać, spędzać czas
αντέχω - wytrzymywać, znosić
έχω - mieć, posiadać
φεύγω - uciekać, odchodzić, odjeżdżać
έρχομαι - przychodzić, przybywać
μπορώ - móc, być w stanie
πληγώνω - (z)ranić, (s)kaleczyć, zadać ból
μετανιώνω - żałować, zmienić, zdanie
θέλω - chcieć, wymagać
ξέρω - wiedzieć, umieć, znać
κάνω - robić, czynić, powodować
υποφέρω - znosić, cierpieć
φτάνω, φθάνω - (do)sięgać, dochodzić, zdążać (na czas), wystarczać
μετρώ - mierzyć, liczyć
συγχωρώ - wybaczać, przebaczać
πιστεύω - wierzyć, ufać
βλέπω - widzieć, patrzeć
αγαπώ - kochać, miłować

ζημιά, ζημία, η - szkoda, strata

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Όσο έχω εσένα / Dopóki ciebie mam



Όσο χαμηλά κι αν έχω πέσει μάτια μου 
δε με νοιάζει αφού έχω εσένα 
Γιατί εσύ μαζεύεις τα κομμάτια μου 
κι απ' την αρχή τα φτιάχνεις ένα-ένα

Όσο έχω εσένα δε φοβάμαι κανέναν 
της αγάπης τα φρένα έχουν σπάσει για μένα 
Όσο έχω εσένα δε φοβάμαι κανέναν
μάτια μου 

Μες στα όνειρα μου σ' έχω κλείσει μάτια μου 
στα όνειρα που έκανα για σένα
και όταν γκρεμίζουν της αγάπης τα παλάτια μου
απ' την αρχή τα χτίζεις ένα-ένα 

πέφτω - (u)padać, kłaść się
νοιάζει - (nieos.) obchodzi, interesuje
έχω - mieć, posiadać 
μαζεύω - zbierać, gromadzić, przyciągać 
φτιά(χ)νω - robić, wykonywać, naprawiać 
φοβάμαι - bać się
σπάζω - łamać, tłuc, rozbijać 
κλείνω - zamykać
κάνω - robić, czynić, powodować
γκρεμίζω - obalać, zrzucać 
χτίζω - budować 

όσο - tyle (ile), aż (do)
χαμηλός, -ή, -ό - niski, (zw. o przedmiotach)
φρένω, το - hamulec
παλάτι, το - pałac

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Οι χωρισμένοι / Rozwiedzeni

Czy czegoś Wam to nie przypomina? ;-)

 Ο χωρισμένος τον χωρισμένο ξεχωρίζει 
 Μέσα στο πλήθος μπορεί και τον αναγνωρίζει 
 Αν δεν χωρίσεις δεν ξέρεις τι σημαίνει πόνος 
Δεν ξέρεις τι είναι να ξαγρυπνάς συνέχεια μόνος 

Χωρισμένοι είμαστε αγάπη μου κι’ δυο
Έλα να μοιράσουμε τον πόνο μας στα δυο 
Χωρισμένοι είμαστε αγάπη μου και μόνοι
Ίδιος είναι ο καημός που απόψε μας ενώνει 
Που απόψε μας ενώνει 

Πακέτα άδεια γεμάτα τα ποτήρια 
 Μίζερα βράδια στάχτες κι’ αποκαΐδια 
Άπειρα είναι τα αποτσίγαρα μου 
 Απόψε γίνε εσύ παρηγοριά μου 

Ο χωρισμένος τον χωρισμένο θα βοηθήσει 
Μονάχα εκείνος ξέρει να τον παρηγορήσει 
Ξέρει πως είναι να σ’ απορρίπτει ο άνθρωπος σου
Και κάθε βράδυ να ξενυχτάς με τον καημό σου 

ξεχωρίζω - wyodrębniać, wyróżniać, wybierać, odłożyć
μπορώ - móc, być w stanie
αναγνωρίζω - uznawać, przyznawać, rozpoznawać
χωρίζω - oddzielać, rozłączać
ξέρω - wiedzieć, znać, umieć
σημαίνω - (za)brzmieć, rozlegać się, znaczyć, oznaczać
ξαγρυπνώ - nie spać, czuwać
έρχομαι - przybywać, przychodzić
μοιράζω - dzielić, rozdawać
ενώνω - jednoczyć, łączyć
γίνομαι - stawać się, dziać się
βοηθώ - pomagać
παρηγορώ - pocieszać, dodawać otuchy, podnosić na duchu
απορρίπτω - odrzucić
ξενυχτώ - nie spać całą noc, zabawiać się w nocy

χωρισμένος, -η, -ο - rozwiedziony
πλήθος, το - mnóstwo, tłum
ίδιος, -α, -ο - sam, ten sam, taki sam, podobny
καημός, ο - żal, zgryzota, smutek
πακέτο, το - pakiet, paczuszka
άδειος, -α - próżny, pusty
γεμάτος, -η, -ο - pełny
μίζερος, -η, -ο - nędzny, lichy, marny, mizerny, skąpy
στάχτη, η - popiół
αποκαϊδι, το - zgliszcze, pozostałość po pożarze
απείρος, -η, -ο - niedoświadczony
αποτσίγαρο, το - pet, (po papierosie)
παρηγοριά,η - pociecha, pocieszenie

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Έχω πεθάνει για σένα / umarłam przez Ciebie


Λείπεις και μόνη μένω
Λείπεις και αρρωσταίνω
Λείπεις και ζω την τρέλα
στο χωρισμό αυτό
Λείπεις και δεν πιστεύω πια
σε παραμύθια παιδικά
Κι έχω πεθάνει για σένα
έχω πεθάνει για σένα
Μακριά σου δεν ζω
για σένα καταστρέφω τον οργανισμό μου
Πίνω να ζαλιστώ
Μα στο μυαλό μου είσαι πάλι εσύ, μωρό μου
Μακριά σου δε ζω
Μ' έχεις διαλύσει, χάλι μ' έχεις καταντήσει
Τον εφιάλτη μου ζω
Κι αργοπεθαίνω τώρα, που έχουμε χωρίσει
Λείπεις και πάλι κλαίω
Σ' όλους για σένα λέω
Ώρες βαράνε τώρα
τα δευτερόλεπτα
Μακριά σου δεν ζω...

λείπω - brakować, być nieobecnym

μένω - (po)zostawać, przebywać, mieszkać
αρρωστάινω - chorować być chorym
ζω - żyć, przeżyć
πιστεύω - wierzyć, ufać
πεταίνω - umierać, powodować śmierć
καταστρέφω - burzyć, niszczyć
πίνω - pić
ζαλίζω - powodować zawroty głowy
είμαι - być, jestem
διαλύω - rozwiązywać, likwidować, rozpuszczać
καταντώ - upadać, (dochodzić) do złej/nędznej sytuacji
αργοπεθαίνω - umierać, konać powoli
χωρίζω - oddzielać, rozłączać
κλαίω - płakać, opłakiwać
λέω - mówić, nazywać
βαρώ - bić

χωρισμός, ο - rozłąka, rozstanie, separacja
εφιάλτης, ο - koszmar
δευτερόλεπτο, το - sekunda

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Οι πεινασμένοι / głodni


Ο πεινασμένος τον πεινασμένο ξεχωρίζει
μες την ταβέρνα μπορεί και τον αναγνωρίζει
Αν δεν πεινάσεις δεν ξέρεις τι σημαίνει πείνα
δεν ξέρεις τι είναι να σ' έχουν νηστικό ένα μήνα
Πεινασμένοι είμαστε αγάπη μου κι οι δυο
έλα να μοιράσουμε ένα hamburger στα δυο
Πεινασμένοι είμαστε αγάπη μου και μόνοι
βάλε στο κοτόπουλό μου μπόλικο λεμόνι...μπόλικο λεμόνι
Στομάχια άδεια, έτοιμα τα πιρούνια
στρώσε τραπέζι να φάμε σαν γουρούνια
Άπειρα είναι μπροστά μας τα κοψίδια
τρώγε και πίνε μην μείνουν τα παΐδια
Ο πεινασμένος τον πεινασμένο θα βοηθήσει
μονάχα εκείνος ξέρει με τι να τον ταΐσει
Ξέρει πως είναι να μαγειρεύει ο άνθρωπός σου
και να μην βάζει αλάτι στο κοκκινιστό σου
Πεινασμένοι είμαστε αγάπη μου κι οι δυο
βγάλε δυο λουκάνικα σου λέω απ' το ψυγείο (βγάλ' τα χριστιανή μου)
Πεινασμένοι είμαστε αγάπη μου και μόνοι
στο σουβλάκι οδηγούν απόψε όλοι οι δρόμοι
απόψε όλοι οι δρόμοι
Στομάχια άδεια, έτοιμα τα πιρούνια...

ξεχορίζω - wyodrębniać, wyróżniać, wybierać, odłożyć
μπορώ - móc, być w stanie
αναγνωρίζω - uznawać, przyznawać, rozpoznawać
πεινώ - głodować, być głodnym
ξέρω - wiedzieć, umieć, znać
σημαίνω - (za)brzmieć, rozlegać się, znaczyć, oznaczać
είμαι - być, jestem
έχω - mieć, posiadać
μοιράζω - dzielić, rozdawać
βάζω - kłaść, umieszczać, wkładać, wdziewać
στρώνω - zaściełać, słać, rozkładać
τρώω (τρόγω) - jeść
πίνω - pić
μένω - pozostawać, przebywać, mieszkać
βοηθώ - pomagać
ταϊζω - karmić
μαγειρεύω - gotować, przyrządzać potrawy
βγάζω - wyjmować, wyciągać, zdejmować, ściągać
λέω (λέγω) - mówić, nazywać
οδηγώ (οδηγάω) - kierować, prowadzić

μπολικός -ή - obfity (dużo czegoś)
έτοιμος, ο - gotowy
άπειρος, -η, -ο - niedoświadczony
κοψίδι, το - mały kawałek upieczonego mięsa
παϊδι, το - żebro
κοκκινιστός, -ή- -ό - mięso gotowane w pomidorach