Σελίδες

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Έλα ψυχούλα μου / Chodź, moja duszyczko



Είσαι τόσο παιδί κατά βάθος,
είσαι τόσο καλό κατά λάθος
είσαι τόσο αφελής
που άμα θέλεις μπορείς
όσα χάνουν οι ξύπνιοι να βρεις.

Είσαι τόσο αστείο μορτάκι
σου φιλάω και το δαχτυλάκι
που ΄χει πάθει ζημιά
τι τον θες τον καυγά,
τι τον θες αφού πιάνεις λαβράκι

Έλα ψυχούλα μου, έλα καρδούλα μου
Ξέρω δεν είσαι ο,τι δείχνεις
άλλοι σε παίξανε άλλοι σε μπλέξανε
κλάψε γιατί όταν κλαις μικροδείχνεις.

Δάγκωσ' τα χείλη σου
είμαι μαντήλι σου
σβήνω τον πάγο απ΄το βλέμμα.
Έλα στραβάδι μου
πιάσου απ΄το χάδι μου
κράτα εδώ μην σε πάρει το ρέμα

Μην ποζάρεις σαν μούτρο σε μένα
δε σε παίζω με φύλλα κρυμμένα.
Βρίσκω αυτή τη ρωγμή
που η ζωή ηρεμεί
το χαμένο λατρεύει κορμί.

Δεν υπάρχουν νερά του Ιορδάνη
κι όταν πιάνεις μωρό μου λιμάνι
μην την ψάχνεις πολύ
όλοι οι αμαρτωλοί,
όλοι είναι απ΄ το ίδιο χαρμάνι.

είμαι - być, jestem
θέλω - chcieć, wymagać
μπορώ - móc, być w stanie
χάνω - gubić, tracić
βρίσκω - znajdować, zastawać
φιλάω - całować
παθαίνω - cierpieć, doznawać (czegoś nieprzyjemnego), ponieść
πιάνω - chwytać, zajmować, trzymać
έρχομαι - przychodzić, przybywać
ξέρω - wiedzieć, umieć, znać
δείχνω - pokazywać, wskazywać, wyglądać
παίζω - bawić się, grać
μπλέκω - wplątać się, zaplątać się, zagmatwać, powikłać
κλαίω - płakać, opłakiwać
μικροδείχνω - wyglądać młodo, młodziej
δαγκώνω - kąsać, gryźć
σβήνω - gasić, gasnąć, zmazywać, skreślać
παίρνω - brać, otrzymywać, zabierać
ποζάρω - pozować, przybierać pozy
ηρεμώ - uspokajać (się)
λατρεύω - uwielbiać
υπάρχω - istnieć, egzystować
ψάχνω - szukać, poszukiwać

βάθος, το - głębokość, głębia
αφελής, -ής, ές - naiwny
ξύπνιος, -α, -ε - mądry/sprytny/bystry, obudzony/przytomny
αστείος, -α, -ο - zabawny, śmieszny
μορτάκι - zdrobnienie od μόρτης, ο - zbój, chuligan, łobuz, ulicznik, zawadiaka
δαχτυλάκι, το - paluszek
ζημιά, η - szkoda, strata
καβγάς, ο - spór, waśń, sprzeczka, zwada
λαβράκι, το - okoń (ryba), wyjątkowe osiągnięcie
μαντήλι, το - chustka, chusteczka
στραβάδι, το - ślepy, niewidomy człowiek, niewykształcony, niedoświadczony, żółtodziób
χάδι, το - pieszczota, schlebianie, pochlebstwo
ρέμα, το - strumień rze(cz)ka
μούτρο, το - twarz, gęba, łotr, kanalia, szelma, łajdak
ρωγμή, η - szczelina, pęknięcie
χαμένος, -η, -ο - stracony, zmarnowany, z(a)gubiony
χαρμάνι, το - bud. zaprawa, mieszanina, mieszanka

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου