Σελίδες

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

θα περιμένω / zaczekam



Δεν έχει νόημα ζωή χωρίς εσένα
μοιάζει με πρόλογο χωρίς κυρίως θέμα
και ο κόσμος μάταιος φαντάζει στο μυαλό μου
τα πάντα είσαι εσύ
γι' αυτό κι εγώ μωρό μου

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
αγάπη μου όσο και να χρειαστεί
εδώ θα μένω θα σε περιμένω
ακόμα κι αν μου πάρει μια ζωή

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
χρόνια θα κάνω αν θες υπομονή
Εδώ θα μένω και θα περιμένω
μέχρι την μέρα που θα 'ρθεις εσύ

Σαν διψασμένη γη θα περιμένω
να φέρεις στην ζωή μου τη βροχή
να πιω απ' το στόμα σου το λατρεμένο
ένα γλυκό φιλί

Τα βράδια πάντα μόνη θα πεθαίνω
ώσπου να μ' αναστήσεις το πρωί
γιατί είσαι αυτός που περιμένω
η ίδια μου η ζωή

Λείπεις και τίποτα καλά δε μου πηγαίνει
σαν ένα πάρτι που δεν ήρθαν καλεσμένοι
μονάχα εσύ μπορείς την άνοιξη να φέρεις
γι' αυτό μωρό μου εγώ σ' το λέω να το ξέρεις

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
αγάπη μου όσο και να χρειαστεί
εδώ θα μένω θα σε περιμένω
ακόμα κι αν μου πάρει μια ζωή

Θα περιμένω, θα σε περιμένω
χρόνια θα κάνω αν θες υπομονή
Εδώ θα μένω και θα περιμένω
μέχρι την μέρα που θα 'ρθεις εσύ

Σαν διψασμένη γη θα περιμένω
να φέρεις στην ζωή μου τη βροχή
να πιω απ' το στόμα σου το λατρεμένο
ένα γλυκό φιλί

Τα βράδια πάντα μόνη θα πεθαίνω
ώσπου να μ' αναστήσεις το πρωί
γιατί είσαι αυτός που περιμένω
η ίδια μου η ζωή

περιμένω – czekać, oczekiwać
έχω – mieć, posiadać
μοιάζω – być podobnym, wyglądać jak
φαντάζω - wydawać się, wyobrażać, wyglądać, przedstawiać, pokazywać
χρειάζεται – (nieos.) istnieje potrzeba, jest potrzebne
μένω – (po) zostawać, przebywać, mieszkać
παίρνω – brać, otrzymywać, zabierać
φέρνω – nieść, przynosić, przywozić, sprowadzać
πίνω - pić
πεθαίνω – umierać, powodować śmierć
ανασταίνω - wskrzeszać
λείπω – brakować, być nieobecnym
πηγαίνω – udawać się, iść, chodzić, pasować, nadawać się, prowadzić kogoś
έρχομαι – przybywać, przychodzić
μπορώ – móc, być w stanie
λέω – mówić, nazywać
ξέρω – wiedzieć, umieć, znać
κάνω – robić, czynić, powodować
θέλω – chcieć, wymagać

νόημα, το – sens, znaczenie, znak
πρόλογος, ο – przedmowa, prolog
κυρίως – głównie, przede wszystkim
μάταιος, -η, -ο - (na)daremny
λατρεμένος, -η -ο - ubóstwiany, ukochany
ώσπου – dopóki nie, aż

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου