Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Αχάριστη κι αλήτισσα / Niewdzięczna i ulicznica

Αχάριστη κι αλήτισσα
για πες μου τι σου ζήτησα
μια αγάπη μια παρηγοριά
μα φαίνεται ήτανε πολλά
για σένα αυτά αλήτισσα

Για σένα καρδιοχτύπησα
για σένα θυσιάστηκα
κι από τα πλάνα μάτια σου
γελάστηκα αλήτισσα

Έσπασα λύγισα
με πλάνεψες παλάβωσα
κι όλα εγώ στα 'δωσα
αχάριστη κι αλήτισσα

Δεν κράτησε η κολόνια μας
Αγάπη μου για χρόνια
το άρωμά της χάθηκε
γρήγορ' απ' τα σεντόνια
κουράστηκ' απ' τη σχέση μας
Και στα όριά μου φτάνω
συγγνώμη μα έτσι αισθάνομαι
τι θέλεις να σου κάνω

Για σένα είχα αισθήματα
που τώρα πια δεν έχω
κάποια στιγμή σ' αγάπησα
μα τώρα δεν σ' αντέχω
το ξέρω μου έδωσες πολλά
μα τώρα θέλω κι άλλα
εγώ σου λέω γεννήθηκα
για πράγματα μεγάλα

λέω – mówić, nazywać
ζητώ - szukać, prosić, żądać, wymagać
φαίνεται – (nieos.) wydaje się
είμαι – być, jestem
καρδιοχτυπώ – (o sercu) bić, pulsować
θυσιάζω – ofiarować, składać w ofierze
γελώ - (u)śmiać się, oszukiwać, nabierać (pot.)
σπάζω – łamać, tłuc, rozbijać
λυγίζω – łamać (się), uginać (się)
πλανεύω – uwieść, oszukać, zwieść, zmylić, oczarować, zbałamucić, kusić
παλαβώνω – oszaleć, zwariować
δίνω - dawać
κρατώ – trzymać, zatrzymywać, aresztować
χάνω – gubić, tracić
κουράζομαι – męczyć się, przemęczać się
αισθάνομαι – odczuwać, czuć
θέλω – chcieć, wymagać
κάνω – robić, czynić, powodować
έχω – mieć, posiadać,
αγαπώ - kochać, miłować
αντέχω – wytrzymywać, znosić
ξέρω – wiedzieć, umieć, znać
γεννιέμαι – rodzić się

αχάριστος, -η, -ο - niewdzięczny
αλήτος, (η αλήτισσα) – ulicznik, włóczęga, próżniak, chuligan, hultaj
πλάνη η – pomyłka, złudzenie, iluzja
σχέση, η – stosunek, związek, relacja
όριο, το – granica, kres, limit
αίσθημα, το – uczucie, poczucie

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου